Τετάρτη, 19 Μαρτίου 2014

Ο β΄ αόριστος (θεωρία)

Ο Αόριστος β΄
Κλίνεται -τόσο στην ενεργητική όσο και στη μέση μέση φωνή- χρησιμοποιώντας για μεν την Οριστική τις καταλήξεις του Παρατατικού, για δε τις υπόλοιπες εγκλίσεις τις καταλήξεις του Ενεστώτα, από τον οποίο ωστόσο παρουσιάζει ορισμένες διαφοροποιήσεις στον τονισμό:

Ενεργητική Φωνή
Α. Το απαρέμφατο και το αρσενικό της μετοχής τονίζεται στη λήγουσα και παίρνει αντίστοιχα περισπωμένη και οξεία: π.χ. ἔλαβον=> λαβεῖν, λαβών,  ἔμαθον=> μαθεῖν, μαθών. (υπενθύμιση: ο ενεστώτας των βαρυτόνων τονίζει τους τύπους αυτούς στην παραλήγουσα, π.χ. λύω =>λύειν, λύων).

Β. Το β΄πρόσωπο της προστακτικής των ρημάτων: ἔρχομαι (εἶμι), ὁράω -ῶ, εὑρίσκω, λαμβάνω  και  λέγω τονίζεται στη λήγουσα: ἐλθέ, ἰδέ, εὑρέ, λαβέ και εἰπέ. Και αυτοί οι τύποι όμως με πρόθεση ανεβάζουν τον τόνο, π.χ. ἐλθέ => πρόσελθε,  ἰδέ => κάτιδε, λαβέ=> παράλαβε.

Μέση φωνή
Α. Το απαρέμφατο απλών και σύνθετων ρημάτων τονίζεται πάντοτε στην παραλήγουσα (και –φυσικά– παίρνει οξεία): γενέσθαι, προσγενέσθαι παραγενέσθαι.

Β. Το β΄πρόσωπο της προστακτικής τονίζεται πάντοτε στη λήγουσα και παίρνει περισπωμένη π.χ. γενοῦ, προσγενοῦ, παραγενοῦ.
Μόνο αν ο τύπος της προστακτικής είναι μονοσύλλαβος και η πρόθεση δισύλλαβη, ο τόνος ανεβαίνει:
1. όσο το επιτρέπει η λήγουσα, 2. μέχρι –όμως- την τελευταία συλλαβή της πρόθεσης: ἐδόμην (> δίδωμαι) => δοῦ  αλλά (σύνθετο)=> παράδου, ἐσχόμην (>ἔχομαι)=> σχοῦ αλλά => παράσχου, ἑσπόμην (>ἕπομαι) σποῦ=> ἐπίσπου.
Η κλίση του ενεργητικού β΄ Αορίστου
 Οριστική
Υποτακτικ.
Ευκτική
Προστακ.
Απρμφ.
Μετοχή
-βαλ-ον
-βαλ-ες
-βαλ-ε
-βάλ-ομεν
-βάλ-ετε
-βαλ-ον
βάλ-ω
βάλ-ς
βάλ-
βάλ-ωμεν
βάλ-ετε
βάλ-ωσι
βάλ-οιμι
βάλ-οις
βάλ-οι
βάλ-οιμεν
βάλ-οιτε
βάλ-οιεν
      ---
βάλ-ε
βαλ-έτω
      ---
βάλ-ετε
βαλ-όντων



βαλ-εν

βαλ-ών
βαλ-οσα
βαλ-όν


 Η κλίση του μέσου β΄ Αορίστου
Οριστική
Υποτακτικ.
Ευκτική
Προστακ.
Απρμφ.
Μετοχή
-βαλ-όμην
-βάλ-ου
-βάλ-ετο
-βαλ-όμεθα
-βάλ-εσθε
-βάλ-οντο
βάλ-ωμαι
βάλ-
βάλ-ηται
βαλ-ώμεθα
βάλ-ησθε
βάλ-ωνται
βαλ-οίμην
βάλ-οιο
βάλ-οιτο
βαλ-οίμεθα
βάλ-οισθε
βάλ-οιντο
     --
βαλ-ο
βαλ-έσθω
     --
βάλ-εσθε
βαλέ-σθων


βαλ-έσθαι
βαλ-όμενος
βαλ-ομένη
βαλ-όμενον


ΠΙΝΑΚΑΣ ΡΗΜΑΤΩΝ ΜΕ ΑΟΡΙΣΤΟ Β΄
Ενεστώτας
Παρατατικός
Αόριστος β΄
ἄγω
ἦγον
ἤγαγον
αἱρῶ
ᾕρουν
εἷλον
αἱροῦμαι
ᾑρούμην
εἱλόμην
αἰσθάνομαι
ᾐσθανόμην
ᾐσθόμην
ἁμαρτάνω
ἡμάρτανον
ἥμαρτον
βάλλω
ἔβαλλον
ἔβαλον
βάλλομαι
ἐβαλλόμην
ἐβαλόμην
γίγνομαι
ἐγιγνόμην
ἐγενόμην
εἰμί
ἦν
ἐγενόμην
ἕπομαι (ακολουθώ)
εἱπόμην
ἑσπόμην
ἐρωτῶ
ἠρώτων
ἠρόμην
εὑρίσκω
ηὕρισκον/εὕρισκον
ηὗρον/εὗρον
      εὑρίσκομαι
ηὑρισκόμην/εὑρισκόμην
ηὑρόμην/εὑρόμην
ἔχω
εἶχον
ἔσχον
ἔχομαι
εἰχόμην
ἐσχόμην
θέω(τρέχω)
ἔθεον
ἔδραμον
θνῄσκω (ἀπό)
ἀπέθνῄσκον
ἀπέθανον
κάμνω
ἔκαμνον
ἔκαμον
κτείνω (ἀπό)
ἔκτεινον
ἀπέκτανον
λαγχάνω
ἐλάγχανον
ἔλαχον
λαμβάνω
ἐλάμβανον
ἔλαβον
λαμβάνομαι
ἐλαμβανόμην
ἐλαβόμην
λανθάνω
ἐλάνθανον
ἔλαθον
ἐπιλανθάνομαι
ἐπελανθανόμην
ἐπελαθόμην
λέγω
ἔλεγον
εἶπον
λείπω
ἔλειπον
ἔλιπον
λείπομαι
ἐλειπόμην
ἐλιπόμην
μανθάνω
ἐμάνθανον
ἔμαθον
ὁρά-ω, -ῶ
ἑώρων
εἶδον
ὁρά-ομαι, -ῶμαι
ἑωρώμην
εἰδόμην
πάσχω
ἔπασχον
ἔπαθον
πείθω
ἔπειθον
ἔπιθον
πείθομαι
ἐπειθόμην
ἐπιθόμην
πίνω
ἔπινον
ἔπιον
πίπτω
ἔπιπτον
ἔπεσον
πυνθάνομαι
ἐπυνθανόμην
ἐπυθόμην
τέμνω
ἔτεμνον
ἔτεμον
τέμνομαι
ἔτεμνόμην
ἐτεμόμην
τίκτω
ἔτικτον
ἔτεκον
τρέπομαι
ἐτρεπόμην
ἐτραπόμην
τρέχω
ἔτρεχον
ἔδραμον
ὑπισχνοῦμαι
ὑπισχνούμην
ὑπεσχόμην
φεύγω
ἔφευγον
ἔφυγον
φέρω
ἔφερον
ἤνεγκον
φέρομαι
ἐφερόμην
ἠνεγκόμην

Και ακόμη:  
Ο αόριστος β’ των ρημάτων μεταβαίνω, ἀποδιδράσκω, ῥέω, γιγνώσκω, καταδύομαι κλίνεται σύμφωνα με το ἔστην (αόρ. β’ του ρ. ἵστημι), όπως φαίνεται στον ακόλουθο πίνακα:
 ΑΟΡΙΣΤΟΣ Β΄
Οριστική
-βη-ν
-βη-ς
-βη
-βη-μεν
-βη-τε
-βη-σαν

-δρα-ν
-δρα-ς
-δρα
-δρα-μεν
-δρα-τε
-δρα-σαν

ρρύη-ν
ρρύη-ς
ρρύη
ρρύη-μεν
ρρύη-τε
ρρύη-σαν

-γνω-ν
-γνω-ς
-γνω
-γνω-μεν
-γνω-τε
 -γνω-σαν

-δυ-ν
-δυ-ς
-δυ
-δυ-μεν
-δυ-τε
 -δυ-σαν

Υποτακτ
β
β
ς
β

β
μεν κτλ.

δρ
δρ
ς
δρ

δρ
μεν κτλ.

υ
υς
υ
υμεν κτλ.

γν
γν
ς
γν

γν
μεν κτλ.

δύ-ω
δύ-
ς
δύ-

δύωμεν κτλ.

Ευκτική
βαίη-ν
βαίη-ς
βαίη
βα
-μεν κτλ.

δραίη-ν
δραίη-ς
δραίη
δρα
-μεν κτλ.

υείη-ν
υείη-ς
υείη
υε-μεν κτλ.

γνοίη-ν
γνοίη-ς
γνοίη
γνο
-μεν κτλ.


Προστακτ
β-θι
βή-τω
β
-τε
βάντων ή βήτωσαν

δρ-θι
δρά-τω
δρ
-τε
δράντων ή δράτωσαν


γν-θι
γνώ-τω
γν
-τε
γνόντων ή
γνώτωσαν
δ-θι
δύ-τω
δ
-τε
δύ-ντων ή
 δύτωσαν
Απαρ.
β-ναι

δρ-ναι
υ-ναι
γν-ναι
δ-ναι
Μετοχή
βς
(βάντος)
β
σα
(βάσης)
β
ν
(βάντος)
δρς
(δράντος)
δρ
σα
(δράσης)
δρ
ν
(δράντος)
υες
(
υέντος)
υεσα
(
υείσης)
υν
(
υέντος)
γνος
(γνόντος)
γνο
σα
(γνούσης)
γν
ν
(γνόντος)
δς
(δύντος)
δ
σα
(δύσης)
δ
ν
δύντος

 


Άσκηση: Να συμπληρώσετε τις προτάσεις με τον κατάλληλο τύπο των ρημάτων που δίνονται σε παρένθεση:

  1. Πορευθεὶς εἰς τὴν θάλασσαν βάλε ἄγκιστρον καὶ τὸν ……………. πρῶτον ἰχθὺν ἆρον (= σήκωσε), καὶ ἀνοίξας τὸ στόμα αὐτοῦ εὑρήσεις στατῆρα (= ασημένιο νόμισμα). (μτχ. αορ. β’ του αναβαίνω).
  2. Ἐτελεύτησε δὲ γηραιός, ἔτη …………….…. ἐβδομήκοντα. (μτχ. αορ. β’ του ζῶ).
  3. Τὸ μειράκιον ὡς …………………. , ῥίψας τὸ ἱμάτιον, φεύγων ᾤχετο (=έφευγε τρέχοντας), οὗτοι δὲ αὐτὸν ἐπεδίωκον (= καταδίωκαν).  (οριστ. αορ. β’ του γιγνώσκω = αντιλαμβάνομαι).
  4. Οὐκ ἂν δυναίμην θῆλυν ……………… στολήν.  (απαρ. αορ. β’ του ἐνδύομαι).
  5. Ἀλλὰ νῦν, φεῦ τῶν κακῶν, ἀπώλετο πᾶν· ………………. γὰρ Κωνσταντινούπολις. (οριστ. αορ. β’ του ἁλίσκομαι).
  6. Ὁ Ἁσωπὸς ποταμὸς ……………. μέγας καὶ οὐ ῥᾳδίως διαβατὸς ἦν. (οριστ. αόρ. β’ του ῥέω).
  7. Σὺ δὲ καὶ τὴν Μακεδονικήν χλαμύδα καταβαλών κάνδυν (= περσικό μανδύα), ὥς φασι, ………………… (οριστ. αορ. β’ του μετενδύομαι = φοράω άλλα ρούχα, αλλάζω ρούχα).
  8. Πύρρων πρὸς τὰ ἐνενήκοντα ἔτη ………………. (οριστ. αόρ. β’ του καταβιῶ =  τελειώνω τη ζωή μου).
  9. ……………….., ὦ αὗται.  (προστ. αορ. β’ του ἀποδύομαι, β’ πληθ.). 
  10. Σχολαστικὸς καθ’ ὕπνους ἧλον (= καρφί) πεπατηκέναι δόξας τὸν πόδα περιέδησεν (= περιέδεσε). Ἑταῖρος (= φίλος) δὲ αὐτοῦ πυθόμενος τὴν αἰτίαν καὶ …………· δικαίως, ἔφη, μωροὶ καλούμεθα. Διὰ τί γὰρ ἀνυπόδητος κοιμᾶσαι; (μτχ. αορ. β’ του γιγνώσκω).







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου